V – Μοναξιά

•Νοέμβριος 4, 2009 • 2 Σχόλια

Αγνάντευε τον ορίζοντα πέρα από το χείλος του γκρεμού. Βρισκόταν εκατοντάδες μίλια μακριά από τη δυτικές θάλασσες και εκατοντάδες μέτρα πάνω από το έδαφος. Οι μπότες του πατούσαν στα σύνορα της γης και του ουρανού. Κάτω από την βραχώδη μύτη που στεκόταν με σταυρωμένα τα χέρια η φιγούρα του σαραντάρη άνδρα, υπήρχαν μόνο αγέρηδες. Η κλίση που έπαιρνε ο βράχος προς τα μέσα ήταν τόσο μεγάλη που η πλατφόρμα στην οποία πάταγε φαινόταν έτοιμη να αποσπαστεί με το παραμικρό και να ξεκινήσει ένα ιλιγγιώδες ταξίδι προς το κενό.

Μπροστά του απλώνονταν ακαλλιέργητες πεδιάδες και καταπράσινοι λόφοι. Πέρα από αυτά, οι περήφανες, θεόρατες οροσειρές της Μπαρόβια, πορφυρές μέσα στο μεγαλείο τους. Το θέαμα δεν ήταν απλώς εντυπωσιακό˙ προκαλούσε δέος, μα και μελαγχολία. Τα χρώματα των βουνοκορφών, των θάμνων και του γρασιδιού που έντυναν την ερημιά ήταν μουντά, το πράσινο πένθιμο και το μαβί θαμπό. Οι τεράστιες σκιές που έριχναν τα σύννεφα στο έδαφος συνέβαλλαν καθοριστικά. Του άρεσε αυτό που έβλεπε.

Ο αέρας φύσαγε δυνατά, κάνοντας τις καφετιές κορδέλες που ήταν δεμένες στα κλαδιά του δέντρου δίπλα του να ανεμίζουν χωρίς σταματημό προς το νότο. Το ίδιο έκαναν και τα σκουροκόκκινα μαλλιά του. Τα ψυχρά μάτια του άντρα στένεψαν καθώς ο άνεμος δυνάμωσε ακόμα περισσότερο για μια στιγμή, τραγουδώντας μανιασμένα μες στα αυτιά του.

«Σεμπαστιάν!»

Γύρισε τον κορμό του χωρίς να αλλάξει στάση και αντίκρισε τον άνδρα που είχε φωνάξει πίσω του. Ίσα-ίσα που είχε ακουστεί μέσα στην ιαχή της φύσης. Ο σαραντάρης έμεινε σιωπηλός, με ύφος αδιάφορο.

Συνέχεια...

Advertisements

IV – Ενθύμηση

•Ιουλίου 30, 2009 • Σχολιάστε

«Σαν το αγέρι πάλι ουρλιάζει
Να θυμηθείς, προσπάθησε, τα λόγια αυτά
Ο πόνος δε βρίσκεται κρυμμένος
Σε γυαλί θρυμματισμένο ή
Κάπου στη στερνή αγκαλιά
Ma το χειρότερο όλων βλέπω
Μέσα στου χρόνου το δισάκι
Σε νεύματα και φέρετρα χρυσά»

Η Τελευταία Mέρα,
Ο.Α. Μούρνσουορθ


Τα μικρά, μαύρα μάτια του Σέντρικ έλαμψαν στιγμιαία στο σκοτάδι καθώς βάδιζε αργά πάνω στο γρασίδι και το υγρό χώμα, ανηφορίζοντας. Κοντοστάθηκε και ψηλάφισε πίσω από τη μέση του, μισογυρνώντας τον κορμό του. Με αρκετό κόπο έφτιαξε το λουρί που κρατούσε τα υπάρχοντα του δεμένα στην πλάτη του. Το περίγραμμα ενός μακρόστενου αντικειμένου κουνήθηκε πίσω απ’ τον αριστερό του ώμου.

Γύρισε απότομα στα δεξιά του. Κάτι είχε κάνει τους θάμνους να θροΐσουν. Εστίασε για λίγο στο σημείο εκείνο με κομμένη την ανάσα. Οι θάμνοι ήταν αραιοί και δεν ξεπερνούσαν το ύψος ενός μικρού παιδιού. Ένα ακόμα θρόισμα του τράβηξε την προσοχή λίγα μέτρα πιο πέρα και αναγνώρισε το συνηθισμένο τρόπο κίνησης των μικρών ζώων του δάσους. Αφού πέρασε ο χρόνος μερικών παλμών, χαμήλωσε το βλέμμα και έδιωξε τις ανήσυχες σκέψεις του. Συνέχισε την πορεία του μέχρι την κορφή του μικρού υψώματος. Ήξερε καλά το δρόμο και το απόλυτο σκέπασμα της νύχτας δεν φάνηκε να επηρεάζει τη σιγουριά των βημάτων του.

Συνέχεια...

ΙΙΙ – Αντοχή

•Ιουνίου 6, 2009 • Σχολιάστε

Ενώ ηρεμώ κάτω από το χέρι του επιδέξιου και σοφού κουρέα που μου πρότεινε ένας καλός μου φίλος – και αισθάνομαι πολύ τυχερός γι’ αυτό – σκέφτομαι τι με περιμένει σε λίγες ημέρες. Ύστερα ακούω έναν πλανόδιο μουσικό να παίζει ένα ξεχασμένο τραγούδι σε μια δική του, ιδιαίτερη εκτέλεση, που μιλάει για τη ζωή του και τη ζωή κάθε ανθρώπου που δεν έπρεπε, δεν μπορούσε να λυγίσει, που έκανε τα πάντα με τον δικό του τρόπο.

Όταν φεύγω, λίγα λεπτά αργότερα, γιατί χρόνος πολύς δεν υπάρχει, ακούω τα λόγια του γιου του, με μια φωνή γεμάτη κατανόηση και πικρία. Κατάλαβα ότι είχε ζήσει εξίσου άσχημες στιγμές, αν όχι χειρότερες. «Καλά ξεμπερδέματα». Σε ευχαριστώ άγνωστε φίλε μου.

Και καθώς φτάνω στο άγνωστο πλέον σπιτικό μου, με το που στρίψω στη γωνία για να πλησιάσω τον κήπο, αντικρίζω τη μητέρα μου να πλησιάζει κι αυτή το σπίτι από την άλλη κατεύθυνση. Μου υπενθυμίζεται ότι έχω κληρονομήσει αυτή την ανεξήγητη δύναμη που μας ενώνει και ελπίζω κάποια μέρα να την χρησιμοποιήσω για καλό σκοπό.  Χαμογελάω και βουρκώνω ταυτόχρονα. Πάντα στην ώρα μας, πάντα μαζί.

– Σ.

ΙΙ – Αγάπη

•Δεκέμβριος 16, 2008 • Σχολιάστε

Ημέρα 6η – Πρωί

Η Μάρθα Χέι είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της. Μετά από ένα ακόμα άκαρπο ταξίδι, η μόνη επιβράβευση που την περίμενε ήταν η απογοήτευση. Με καρφωμένο το βλέμμα στον τοίχο του δωματίου της, η σκέψη της ακροβατούσε ανάμεσα στη ντροπή και την οργή. Δεν υπήρχε λόγος να το αρνείται πια. Είχε καταστρέψει τα πάντα. Είχε σπαταλήσει όσα χρήματα είχαν απομείνει στην οικογένεια, όσο χρόνο θα μπορούσε να έχει αφιερώσει για να βοηθήσει το σπιτικό της. Τα χάλασε όλα, σαν τον εθισμένο τζογαδόρο που πουλάει ό,τι έχει και δεν έχει για μια προσπάθεια ακόμα. Άλλη μια ευκαιρία ακόμα. Η επόμενη θα είναι σίγουρα η τυχερή. Αναστέναξε.

Η ντροπή την είχε συνοδέψει από την πρώτη κιόλας μέρα που έφυγε και δεν την εγκατέλειψε ούτε λεπτό, από τη στιγμή εκείνη που άκουσε τα ικετευτικά λόγια της μητέρας της να την ξεπροβοδίζουν. Δεν υπήρχε καμιά άλλη δικαιολογία και οι ενοχές γλεντούσαν θριαμβευτικά πάνω από το κουφάρι της πεποίθησή πως έκανε το σωστό, το αναγκαίο. Κάποτε η πεποίθηση αυτή ήταν αρκετή για να κρατάει τη ντροπή φιμωμένη και να τη στηρίζει όταν η απελπισία χτυπούσε την πόρτα.

Συνέχεια...

I – Πρόκληση

•Ιουνίου 21, 2008 • Σχολιάστε

H πόλη ανέπνεε κάτω από το νυσταγμένο φως των κεριών που έλαμπε στα παράθυρα και τις φλόγες των δαυλών που έκαιγαν δίπλα στις πόρτες. Ποτισμένα με το χρώμα του νυχτερινού ουρανού, τα πλακόστρωτα σοκάκια, οι τοίχοι και τα τζάμια των κτηρίων έφεραν μια βαθιά κυανή ανταύγεια.  Η αύρα της θάλασσας έκανε τις πέτρινες επιφάνειες του δυτικού Πορτ’α’Λουσίν στιλπνές, μετατρέποντάς τες σε θολούς καθρέφτες που αντικατόπτριζαν τον κόσμο μέσα από ένα πρίσμα απόλυτης ανοχής. Ο αρωματικός καπνός που αναδυόταν από τα καπηλειά συνωμοτούσε μαζί τους σε μια κατάσταση ονειρική, σε ένα μέρος όπου η κραιπάλη ήταν η αδιαφιλονίκητη αφέντρα.

Το Πορτ’α’Λουσίν ήταν ξακουστό για την αρμονική και καλαίσθητη αρχιτεκτονική του ακόμη και όταν τα κτήρια ξεπερνούσαν τους τρεις ορόφους. Αν και συχνά δαιδαλώδη, τα περάσματα στη περιοχή του λιμανιού έδιναν μια εντύπωση περισσότερο περιπετειώδη, παρά αποπνικτική. Τη στιγμή που άρχιζε κανείς να νιώθει άβολα ή νευρικά, εμφανιζόταν από το πουθενά μια αδιάψευστη απόδειξη καλών προθέσεων. Είτε επρόκειτο για ένα μπαλκόνι πνιγμένο στα λουλούδια και τα αναρριχητικά φυτά, είτε μια ευπαρουσίαστη νεαρή γυναίκα που μάζευε τη μπουγάδα, είτε το γέλιο ενός παιδιού που αντηχούσε στην επόμενη γωνία, είτε μια ομάδα ευγενών που έψαχναν για συγκινήσεις σε μια προσεκτικά κατασκευασμένη ψευδαίσθηση του κινδύνου.

Συνέχεια...

0 – Προθυμία

•Μαρτίου 22, 2008 • Σχολιάστε

http://www.fileden.com/files/2008/4/24/1881419/Prayer.mp3

Η ομίχλη ήταν εκεί. Τα άμορφα πέπλα που την αποτελούσαν ταξίδευαν νωχελικά, βασανιστικά αργά, και κανένα ανθρώπινο μάτι δε θα είχε την υπομονή να τα παρατηρήσει όσο χρειαζόταν για να το συνειδητοποιήσει. Ωστόσο, άπλωναν χλωμά πλοκάμια, γλώσσες υγρασίας που πράγματι, σίγουρα, κινούνταν. Ξεπρόβαλαν δειλά-δειλά και έκαναν να πάρουν σχήμα, να αποκτήσουν δική τους ζωή. Λικνίζονταν ψηλά και εκτείνονταν ακόμα παραπέρα. Το μόνο που απέμενε μετά, ήταν να σμίξουν με το κοντινότερο σύννεφο και να χαθούν ξανά.

Η ησυχία ήταν απόλυτη. Μια σιωπή που δεν έμοιαζε, ούτε μπορούσε να μεταμφιεστεί σε γαλήνη. Η ομίχλη περίμενε. Προσδοκούσε. Μήτε σκοτάδι, μήτε φως, μήτε λυκόφως αφέντευε σ’ αυτή τη νοσταλγική ακολουθία. Μόνο σκιές και χίμαιρες. Μόνο η ομίχλη ήταν εκεί.

Η ομίχλη αναστέναξε. Οι γλώσσες της, σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο, έδωσαν έναν βίαιο, μικροσκοπικό σπασμό. Από εκείνο το σημείο αναδύθηκε η φιγούρα. Ήταν κατάμαυρη. Η έντασή της εισέβαλλε στο απόλυτο γκρίζο. Ακόμη και τυλιγμένη όπως ήταν στην ομίχλη, η αντίθεση που προκαλούσε το μαύρο της ήταν ανελέητη. Τα πέπλα της ομίχλης παραμέριζαν σαν να τρομοκρατούνται από το νεοαφιχθέντα. Από το αχάριστο νεογνό που δηλητηριάζει τη μητέρα του, παίρνοντάς της τη ζωή στυγερά, ώστε να επιβιώσει εκείνο.

Συνέχεια...